πολιτικοστρατιωτικός
•
- πολιτικήπου σχετίζεται με την πολιτική και την εθνική άμυνα μιας χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτικοστρατιωτικός < πολιτικ(ός) + -ο- + στρατιωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτικοστρατιωτικός | πολιτικοστρατιωτική | πολιτικοστρατιωτικό |
| Γενική | πολιτικοστρατιωτικού | πολιτικοστρατιωτικής | πολιτικοστρατιωτικού |
| Αιτιατική | πολιτικοστρατιωτικό | πολιτικοστρατιωτική | πολιτικοστρατιωτικό |
| Κλητική | πολιτικοστρατιωτικέ | πολιτικοστρατιωτική | πολιτικοστρατιωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτικοστρατιωτικοί | πολιτικοστρατιωτικές | πολιτικοστρατιωτικά |
| Γενική | πολιτικοστρατιωτικών | πολιτικοστρατιωτικών | πολιτικοστρατιωτικών |
| Αιτιατική | πολιτικοστρατιωτικούς | πολιτικοστρατιωτικές | πολιτικοστρατιωτικά |
| Κλητική | πολιτικοστρατιωτικοί | πολιτικοστρατιωτικές | πολιτικοστρατιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →