Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυδιάστατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου έχει πολλές διαστάσεις Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάπου έχει πολλές διαστάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυδιάστατος < πολυ- + διάστα(ση) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυδιάστατοςπολυδιάστατηπολυδιάστατο
Γενικήπολυδιάστατουπολυδιάστατηςπολυδιάστατου
Αιτιατικήπολυδιάστατοπολυδιάστατηπολυδιάστατο
Κλητικήπολυδιάστατεπολυδιάστατηπολυδιάστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυδιάστατοιπολυδιάστατεςπολυδιάστατα
Γενικήπολυδιάστατωνπολυδιάστατωνπολυδιάστατων
Αιτιατικήπολυδιάστατουςπολυδιάστατεςπολυδιάστατα
Κλητικήπολυδιάστατοιπολυδιάστατεςπολυδιάστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →