πολυκαιρίζω
•
- διαρκώ πολύ Βικιλεξικό
- παλιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκαιρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πολυκαιρίζω | πολυκαιρίζεις | πολυκαιρίζει | πολυκαιρίζουμε | πολυκαιρίζετε | πολυκαιρίζουν / πολυκαιρίζουνε |
| Παρατατικός | πολυκαίριζα | πολυκαίριζες | πολυκαίριζε | πολυκαιρίζαμε | πολυκαιρίζατε | πολυκαίριζαν / πολυκαιρίζαν / πολυκαιρίζανε |
| Αόριστος | πολυκαίρισα | πολυκαίρισες | πολυκαίρισε | πολυκαιρίσαμε | πολυκαιρίσατε | πολυκαίρισαν / πολυκαιρίσαν / πολυκαιρίσανε |
| Μέλλοντας | θα πολυκαιρίζω / θα πολυκαιρίσω | θα πολυκαιρίζεις / θα πολυκαιρίσεις | θα πολυκαιρίζει / θα πολυκαιρίσει | θα πολυκαιρίζουμε / θα πολυκαιρίσουμε | θα πολυκαιρίζετε / θα πολυκαιρίσετε | θα πολυκαιρίζουν / θα πολυκαιρίζουνε / θα πολυκαιρίσουν / θα πολυκαιρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πολυκαιρίσει | έχεις πολυκαιρίσει | έχει πολυκαιρίσει | έχουμε πολυκαιρίσει | έχετε πολυκαιρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πολυκαιρίσει | είχες πολυκαιρίσει | είχε πολυκαιρίσει | είχαμε πολυκαιρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πολυκαιρίσει / να πολυκαιρίζω / να πολυκαιρίσω | να έχεις πολυκαιρίσει / να πολυκαιρίζεις / να πολυκαιρίσεις | να έχει πολυκαιρίσει / να πολυκαιρίζει / να πολυκαιρίσει | να έχουμε πολυκαιρίσει / να πολυκαιρίζουμε / να πολυκαιρίσουμε | να έχετε πολυκαιρίσει / να πολυκαιρίζετε / να πολυκαιρίσετε | να πολυκαιρίζουν / να πολυκαιρίζουνε / να πολυκαιρίσουν / να πολυκαιρίσουνε |
| Προστακτική | — | πολυκαίριζε / πολυκαίρισε | — | — | πολυκαιρίζετε / πολυκαιρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →