Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυτυπία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυμορφία, ποικιλία Βικιλεξικό
    • Η διακλαδική και ενδοκλαδική πολυτυπία συνεπάγεται σημαντικά επιχειρησιακά μειονεκτήματα και αυξημένα κόστη λειτουργίας και υποστήριξης. (Χρήστος Γ. Κόλλιας, Εθνική οικονομία - Eθνική άμυνα και ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, 2023, σελ. 194)
  2. γραμματικήη ύπαρξη πολλαπλών μορφών ενός γραμματικού τύπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυτυπία < πολυ- + τύπος + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική formenreich)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυτυπίαπολυτυπίες
Γενικήπολυτυπίαςπολυτυπιών
Αιτιατικήπολυτυπίαπολυτυπίες
Κλητικήπολυτυπίαπολυτυπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →