Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύμορφος

/poˈli.mor.fos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρουσιάζεται υπό πολλές μορφές Βικιλεξικό
  2. χημείαπου έχει σχέση με τον πολυμορφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύμορφος < αρχαία ελληνική πολύμορφος < πολύς + μορφή (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική polymorphe ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική polymorphous ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική polymorph)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύμορφοςπολύμορφηπολύμορφο
Γενικήπολύμορφουπολύμορφηςπολύμορφου
Αιτιατικήπολύμορφοπολύμορφηπολύμορφο
Κλητικήπολύμορφεπολύμορφηπολύμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύμορφοιπολύμορφεςπολύμορφα
Γενικήπολύμορφωνπολύμορφωνπολύμορφων
Αιτιατικήπολύμορφουςπολύμορφεςπολύμορφα
Κλητικήπολύμορφοιπολύμορφεςπολύμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →