πολύμορφος
•
- που παρουσιάζεται υπό πολλές μορφές Βικιλεξικό
- χημείαπου έχει σχέση με τον πολυμορφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολύμορφος < αρχαία ελληνική πολύμορφος < πολύς + μορφή (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική polymorphe ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική polymorphous ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική polymorph)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύμορφος | πολύμορφη | πολύμορφο |
| Γενική | πολύμορφου | πολύμορφης | πολύμορφου |
| Αιτιατική | πολύμορφο | πολύμορφη | πολύμορφο |
| Κλητική | πολύμορφε | πολύμορφη | πολύμορφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύμορφοι | πολύμορφες | πολύμορφα |
| Γενική | πολύμορφων | πολύμορφων | πολύμορφων |
| Αιτιατική | πολύμορφους | πολύμορφες | πολύμορφα |
| Κλητική | πολύμορφοι | πολύμορφες | πολύμορφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →