πορνεύω
•
- είμαι πόρνη / πόρνος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορνεύω < αρχαία ελληνική πορνεύω < πόρνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πορνεύω | πορνεύεις | πορνεύει | πορνεύουμε | πορνεύετε | πορνεύουν / πορνεύουνε |
| Παρατατικός | πόρνευα | πόρνευες | πόρνευε | πορνεύαμε | πορνεύατε | πορνεύαν / πορνεύανε / πόρνευαν |
| Αόριστος | πόρνευσα | πόρνευσες | πόρνευσε | πορνεύσαμε | πορνεύσατε | πορνεύσαν / πορνεύσανε / πόρνευσαν |
| Μέλλοντας | θα πορνεύσω / θα πορνεύω | θα πορνεύεις / θα πορνεύσεις | θα πορνεύει / θα πορνεύσει | θα πορνεύουμε / θα πορνεύσουμε | θα πορνεύετε / θα πορνεύσετε | θα πορνεύουν / θα πορνεύουνε / θα πορνεύσουν / θα πορνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πορνεύσει | έχεις πορνεύσει | έχει πορνεύσει | έχουμε πορνεύσει | έχετε πορνεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πορνεύσει | είχες πορνεύσει | είχε πορνεύσει | είχαμε πορνεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πορνεύσει / να πορνεύσω / να πορνεύω | να έχεις πορνεύσει / να πορνεύεις / να πορνεύσεις | να έχει πορνεύσει / να πορνεύει / να πορνεύσει | να έχουμε πορνεύσει / να πορνεύουμε / να πορνεύσουμε | να έχετε πορνεύσει / να πορνεύετε / να πορνεύσετε | να πορνεύουν / να πορνεύουνε / να πορνεύσουν / να πορνεύσουνε |
| Προστακτική | — | πόρνευε / πόρνευσε | — | — | πορνεύετε / πορνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →