Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποτιστικός

/po.ti.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
    • αυτά τα χωράφια είναι ποτιστικά
  2. που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
  3. που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
  4. για λαχανικά ή οπωροφόρα δέντραπου αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποτιστικός < ποτίζω, ποτισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποτιστικόςποτιστικήποτιστικό
Γενικήποτιστικούποτιστικήςποτιστικού
Αιτιατικήποτιστικόποτιστικήποτιστικό
Κλητικήποτιστικέποτιστικήποτιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποτιστικοίποτιστικέςποτιστικά
Γενικήποτιστικώνποτιστικώνποτιστικών
Αιτιατικήποτιστικούςποτιστικέςποτιστικά
Κλητικήποτιστικοίποτιστικέςποτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →