ποτιστικός
•
- που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
- αυτά τα χωράφια είναι ποτιστικά
- που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
- που αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
- για λαχανικά ή οπωροφόρα δέντραπου αναφέρεται στο πότισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποτιστικός < ποτίζω, ποτισ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποτιστικός | ποτιστική | ποτιστικό |
| Γενική | ποτιστικού | ποτιστικής | ποτιστικού |
| Αιτιατική | ποτιστικό | ποτιστική | ποτιστικό |
| Κλητική | ποτιστικέ | ποτιστική | ποτιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποτιστικοί | ποτιστικές | ποτιστικά |
| Γενική | ποτιστικών | ποτιστικών | ποτιστικών |
| Αιτιατική | ποτιστικούς | ποτιστικές | ποτιστικά |
| Κλητική | ποτιστικοί | ποτιστικές | ποτιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →