πρατήριο
•
- κατάστημα πώλησης ορισμένου είδους εμπορεύματος Βικιλεξικό
- πρατήριο υγρών καυσίμων
- κατάστημα πώλησης που εξυπηρετεί μόνο μια ειδική ομάδα ατόμων ή έχει ειδικές τιμές για αυτήν την ομάδα Βικιλεξικό
- πρατήριο Αεροπορίας, Ναυτικού, Στρατού
Ετυμολογία
πρατήριο < αρχαία ελληνική πρατήριον < πρατήρ (=πωλητής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρατήριο | πρατήρια |
| Γενική | πρατήριου / πρατηρίου | πρατήριων / πρατηρίων |
| Αιτιατική | πρατήριο | πρατήρια |
| Κλητική | πρατήριο | πρατήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →