πρεσβεύω
•
- πιστεύω, έχω την άποψη ότι Βικιλεξικό
- Λέει αυτό που πρεσβεύει και το υποστηρίζει σθεναρά, στο μέτρο που το πιστεύει. Για αυτό και θα τον δούμε να καταγγέλλει τη «γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία» που απαιτείται για να γίνει μια στρατιωτική παρέλαση (Εφτά νοητικές σημειώσεις πάνω στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, 28/3/2025 https://antifono.gr/efta-noitikes-simeioseis-pano-sto-ergo-tou-giorgou-ioannou/)
- εκπροσωπώ, αντιπροσωπεύω Βικιλεξικό
- θρησκείαμεσολαβώ μεταξύ ανθρώπων προσευχομένων και θεού / αγίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρεσβεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρεσβεύω (υποστηρίζω) < αρχαία ελληνική πρεσβεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρεσβεύω | πρεσβεύεις | πρεσβεύει | πρεσβεύουμε | πρεσβεύετε | πρεσβεύουν / πρεσβεύουνε |
| Παρατατικός | πρέσβευα | πρέσβευες | πρέσβευε | πρεσβεύαμε | πρεσβεύατε | πρέσβευαν / πρεσβεύαν / πρεσβεύανε |
| Αόριστος | πρέσβευσα | πρέσβευσες | πρέσβευσε | πρεσβεύσαμε | πρεσβεύσατε | πρέσβευσαν / πρεσβεύσαν / πρεσβεύσανε |
| Μέλλοντας | θα πρεσβεύσω / θα πρεσβεύω | θα πρεσβεύεις / θα πρεσβεύσεις | θα πρεσβεύει / θα πρεσβεύσει | θα πρεσβεύουμε / θα πρεσβεύσουμε | θα πρεσβεύετε / θα πρεσβεύσετε | θα πρεσβεύουν / θα πρεσβεύουνε / θα πρεσβεύσουν / θα πρεσβεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρεσβεύσει | έχεις πρεσβεύσει | έχει πρεσβεύσει | έχουμε πρεσβεύσει | έχετε πρεσβεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρεσβεύσει | είχες πρεσβεύσει | είχε πρεσβεύσει | είχαμε πρεσβεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρεσβεύσει / να πρεσβεύσω / να πρεσβεύω | να έχεις πρεσβεύσει / να πρεσβεύεις / να πρεσβεύσεις | να έχει πρεσβεύσει / να πρεσβεύει / να πρεσβεύσει | να έχουμε πρεσβεύσει / να πρεσβεύουμε / να πρεσβεύσουμε | να έχετε πρεσβεύσει / να πρεσβεύετε / να πρεσβεύσετε | να πρεσβεύουν / να πρεσβεύουνε / να πρεσβεύσουν / να πρεσβεύσουνε |
| Προστακτική | — | πρέσβευε / πρέσβευσε | — | — | πρεσβεύετε / πρεσβεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →