Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προέφηβος

/pɾoˈe.fi.vos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει ηλικία αμέσως πριν την εφηβεία Βικιλεξικό
    • Μέσα από τη μεγαλύτερη πανευρωπαϊκή μελέτη που έχει διεξαχθεί ποτέ για τους προεφήβους- «tweens» … προέκυψαν αποτελέσματα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τα οποία κατέρριψαν πολλούς μύθους για τη σχέση των παιδιών με το Διαδίκτυο αλλά και τη στάση τους απέναντι στην οικογένεια και την έννοια της διασημότητας που προβάλλει η σύγχρονη κουλτούρα. (Αφροδίτη Γραμμέλη, Η ακτινογραφία της Generation ΧD, Το Βήμα, 10 Ιανουαρίου 2010)

Ετυμολογία

προέφηβος < προ- + έφηβος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροέφηβοςπροέφηβοι
Γενικήπροέφηβουπροέφηβων
Αιτιατικήπροέφηβοπροέφηβους
Κλητικήπροέφηβεπροέφηβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →