προαίρεση
•
- ψυχική τάση, προδιάθεση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή Βικιλεξικό
- ενήργησα με καλή προαίρεση
- φιλοσοφίαη τάση και πορεία της σκέψης και της βούλησης κάποιου, βάσει των οποίων κρίνει από ηθικής απόψεως τις δικές του και τις αλλότριες πράξεις, κίνητρα, απόψεις κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προαίρεση < αρχαία ελληνική προαίρεσις < προαιρέομαι / προαιροῦμαι < αἱρέω /αἱρῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προαίρεση | προαιρέσεις |
| Γενική | προαίρεσης | προαιρέσεων |
| Αιτιατική | προαίρεση | προαιρέσεις |
| Κλητική | προαίρεση | προαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →