προβληματικότητα
•
- λόγιοη ύπαρξη προβληματικής συμπεριφοράς ή κατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προβληματικότητα (μαρτυρείται από το 1864)< προβληματικ(ός) + -ότητα (λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική problématisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προβληματικότητα | προβληματικότητες |
| Γενική | προβληματικότητας | προβληματικοτήτων |
| Αιτιατική | προβληματικότητα | προβληματικότητες |
| Κλητική | προβληματικότητα | προβληματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →