προδιαγράφω
•
- καθορίζω από πριν, προκαταβολικά, επηρεάζω σε καθοριστικό βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδιαγράφω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προδιαγράφω (κάνω διάγραμμα από πριν) < προ- + αρχαία ελληνική διαγράφω < δια- + γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική prescrire)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προδιαγράφω | προδιαγράφεις | προδιαγράφει | προδιαγράφουμε | προδιαγράφετε | προδιαγράφουν / προδιαγράφουνε |
| Παρατατικός | προδιέγραφα | προδιέγραφες | προδιέγραφε | προδιαγράφαμε | προδιαγράφατε | προδιέγραφαν / προδιαγράφαν / προδιαγράφανε |
| Αόριστος | προδιέγραψα | προδιέγραψες | προδιέγραψε | προδιαγράψαμε | προδιαγράψατε | προδιέγραψαν / προδιαγράψαν / προδιαγράψανε |
| Μέλλοντας | θα προδιαγράφω / θα προδιαγράψω | θα προδιαγράφεις / θα προδιαγράψεις | θα προδιαγράφει / θα προδιαγράψει | θα προδιαγράφουμε / θα προδιαγράψουμε | θα προδιαγράφετε / θα προδιαγράψετε | θα προδιαγράφουν / θα προδιαγράφουνε / θα προδιαγράψουν / θα προδιαγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω προδιαγράψει | έχεις προδιαγράψει | έχει προδιαγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προδιαγράψει | είχες προδιαγράψει | είχε προδιαγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προδιαγράψει / να προδιαγράφω / να προδιαγράψω | να έχεις προδιαγράψει / να προδιαγράφεις / να προδιαγράψεις | να έχει προδιαγράψει / να προδιαγράφει / να προδιαγράψει | να προδιαγράφουμε / να προδιαγράψουμε | να προδιαγράφετε / να προδιαγράψετε | να προδιαγράφουν / να προδιαγράφουνε / να προδιαγράψουν / να προδιαγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε προδιαγραμμένο / προδιάγραφε / προδιάγραψε | — | — | προδιαγράφετε / προδιαγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →