προδιαγραφή
•
- συνήθως στον πληθυντικότα χαρακτηριστικά και οι προϋποθέσεις που πρέπει να έχει κάτι (προϊόν, αντικείμενο, πνευματικό έργο, υπηρεσία κ.λπ.), ώστε να δουλεύει σωστά ή να ανταποκρίνεται στην αποστολή του ή το σκοπό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδιαγραφή < προδιαγράφ(ω) + -ή, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prescription Μορφολογικά, προ-, δια-, γραφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προδιαγραφή | προδιαγραφές |
| Γενική | προδιαγραφής | προδιαγραφών |
| Αιτιατική | προδιαγραφή | προδιαγραφές |
| Κλητική | προδιαγραφή | προδιαγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →