Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προδιαγραφή

/pɾo.ði̯a.γɾaˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικότα χαρακτηριστικά και οι προϋποθέσεις που πρέπει να έχει κάτι (προϊόν, αντικείμενο, πνευματικό έργο, υπηρεσία κ.λπ.), ώστε να δουλεύει σωστά ή να ανταποκρίνεται στην αποστολή του ή το σκοπό του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προδιαγραφή < προδιαγράφ(ω) + -ή, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prescription Μορφολογικά, προ-, δια-, γραφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροδιαγραφήπροδιαγραφές
Γενικήπροδιαγραφήςπροδιαγραφών
Αιτιατικήπροδιαγραφήπροδιαγραφές
Κλητικήπροδιαγραφήπροδιαγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →