προεξοφλώ
•
- εξοφλώ κάτι προτού λήξει η προθεσμία του Βικιλεξικό
- παίρνω το μισθό πριν τον προκαθορισμένο χρόνο του Βικιλεξικό
- προδικάζω ή προκαταλαμβάνω, εκφέρω γνώμη για ένα πράγμα χωρίς να γνωρίζω την έκβαση αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προεξοφλώ < προ- + εξοφλώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προεξοφλώ | προεξοφλείς | προεξοφλεί | προεξοφλούμε | προεξοφλείτε | προεξοφλούν / προεξοφλούνε |
| Παρατατικός | προεξοφλούσα | προεξοφλούσες | προεξοφλούσε | προεξοφλούσαμε | προεξοφλούσατε | προεξοφλούσαν / προεξοφλούσανε |
| Αόριστος | προεξόφλησα | προεξόφλησες | προεξόφλησε | προεξοφλήσαμε | προεξοφλήσατε | προεξοφλήσαν / προεξοφλήσανε / προεξόφλησαν |
| Μέλλοντας | θα προεξοφλήσω / θα προεξοφλώ | θα προεξοφλήσεις / θα προεξοφλείς | θα προεξοφλήσει / θα προεξοφλεί | θα προεξοφλήσουμε / θα προεξοφλούμε | θα προεξοφλήσετε / θα προεξοφλείτε | θα προεξοφλήσουν / θα προεξοφλήσουνε / θα προεξοφλούν / θα προεξοφλούνε |
| Παρακείμενος | έχω προεξοφλήσει | έχεις προεξοφλήσει | έχει προεξοφλήσει | έχουμε προεξοφλήσει | έχετε προεξοφλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προεξοφλήσει | είχες προεξοφλήσει | είχε προεξοφλήσει | είχαμε προεξοφλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προεξοφλήσει / να προεξοφλήσω / να προεξοφλώ | να έχεις προεξοφλήσει / να προεξοφλήσεις / να προεξοφλείς | να έχει προεξοφλήσει / να προεξοφλήσει / να προεξοφλεί | να έχουμε προεξοφλήσει / να προεξοφλήσουμε / να προεξοφλούμε | να έχετε προεξοφλήσει / να προεξοφλήσετε / να προεξοφλείτε | να προεξοφλήσουν / να προεξοφλήσουνε / να προεξοφλούν / να προεξοφλούνε |
| Προστακτική | — | προεξόφλησε | — | — | προεξοφλήστε / προεξοφλείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προεξοφλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →