Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προεξοφλώ

ρήμα
•
  1. εξοφλώ κάτι προτού λήξει η προθεσμία του Βικιλεξικό
  2. παίρνω το μισθό πριν τον προκαθορισμένο χρόνο του Βικιλεξικό
  3. προδικάζω ή προκαταλαμβάνω, εκφέρω γνώμη για ένα πράγμα χωρίς να γνωρίζω την έκβαση αυτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προεξοφλώ < προ- + εξοφλώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροεξοφλώπροεξοφλείςπροεξοφλείπροεξοφλούμεπροεξοφλείτεπροεξοφλούν / προεξοφλούνε
Παρατατικόςπροεξοφλούσαπροεξοφλούσεςπροεξοφλούσεπροεξοφλούσαμεπροεξοφλούσατεπροεξοφλούσαν / προεξοφλούσανε
Αόριστοςπροεξόφλησαπροεξόφλησεςπροεξόφλησεπροεξοφλήσαμεπροεξοφλήσατεπροεξοφλήσαν / προεξοφλήσανε / προεξόφλησαν
Μέλλονταςθα προεξοφλήσω / θα προεξοφλώθα προεξοφλήσεις / θα προεξοφλείςθα προεξοφλήσει / θα προεξοφλείθα προεξοφλήσουμε / θα προεξοφλούμεθα προεξοφλήσετε / θα προεξοφλείτεθα προεξοφλήσουν / θα προεξοφλήσουνε / θα προεξοφλούν / θα προεξοφλούνε
Παρακείμενοςέχω προεξοφλήσειέχεις προεξοφλήσειέχει προεξοφλήσειέχουμε προεξοφλήσειέχετε προεξοφλήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προεξοφλήσειείχες προεξοφλήσειείχε προεξοφλήσειείχαμε προεξοφλήσει——
Υποτακτικήνα έχω προεξοφλήσει / να προεξοφλήσω / να προεξοφλώνα έχεις προεξοφλήσει / να προεξοφλήσεις / να προεξοφλείςνα έχει προεξοφλήσει / να προεξοφλήσει / να προεξοφλείνα έχουμε προεξοφλήσει / να προεξοφλήσουμε / να προεξοφλούμενα έχετε προεξοφλήσει / να προεξοφλήσετε / να προεξοφλείτενα προεξοφλήσουν / να προεξοφλήσουνε / να προεξοφλούν / να προεξοφλούνε
Προστακτική—προεξόφλησε——προεξοφλήστε / προεξοφλείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προεξοφλούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →