προθερμαίνω
•
- θερμαίνω κάτι (νερό, φούρνο) πριν το χρησιμοποιήσω Βικιλεξικό
- ειδικότεραγυμνάζομαι αμέσως πριν έναν αθλητικό αγώνα για την προετοιμασία του οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθερμαίνω < (ελληνιστική κοινή) < προ + θερμαίνω < θερμός ((σημασιολογικό δάνειο) (αγγλικά) warm up· ή (γερμανικά) anwärmen)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προθερμαίνω | προθερμαίνεις | προθερμαίνει | προθερμαίνουμε | προθερμαίνετε | προθερμαίνουν / προθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | προθέρμαινα | προθέρμαινες | προθέρμαινε | προθερμαίναμε | προθερμαίνατε | προθέρμαιναν / προθερμαίναν / προθερμαίνανε |
| Αόριστος | προθέρμανα | προθέρμανες | προθέρμανε | προθερμάναμε | προθερμάνατε | προθέρμαναν / προθερμάναν / προθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα προθερμάνω / θα προθερμαίνω | θα προθερμάνεις / θα προθερμαίνεις | θα προθερμάνει / θα προθερμαίνει | θα προθερμάνουμε / θα προθερμαίνουμε | θα προθερμάνετε / θα προθερμαίνετε | θα προθερμάνουν / θα προθερμάνουνε / θα προθερμαίνουν / θα προθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω προθερμάνει | έχεις προθερμάνει | έχει προθερμάνει | έχουμε προθερμάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προθερμάνει | είχες προθερμάνει | είχε προθερμάνει | είχαμε προθερμάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προθερμάνει / να προθερμάνω / να προθερμαίνω | να έχεις προθερμάνει / να προθερμάνεις / να προθερμαίνεις | να έχει προθερμάνει / να προθερμάνει / να προθερμαίνει | να έχουμε προθερμάνει / να προθερμάνουμε / να προθερμαίνουμε | να προθερμάνετε / να προθερμαίνετε | να προθερμάνουν / να προθερμάνουνε / να προθερμαίνουν / να προθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | έχε προθερμασμένο / προθέρμαινε / προθέρμανε | — | — | προθερμάντε / προθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →