προκατασκευάζω
•
- κατασκευάζω από πριν, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκατασκευάζω < αρχαία ελληνική προκατασκευάζω < πρό + κατασκευάζω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική prefabricate )
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προκατασκευάζω | προκατασκευάζεις | προκατασκευάζει | προκατασκευάζουμε | προκατασκευάζετε | προκατασκευάζουν / προκατασκευάζουνε |
| Παρατατικός | προκατασκεύαζα | προκατασκεύαζες | προκατασκεύαζε | προκατασκευάζαμε | προκατασκευάζατε | προκατασκευάζαν / προκατασκευάζανε / προκατασκεύαζαν |
| Αόριστος | προκατασκεύασα | προκατασκεύασες | προκατασκεύασε | προκατασκευάσαμε | προκατασκευάσατε | προκατασκευάσαν / προκατασκευάσανε / προκατασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα προκατασκευάζω / θα προκατασκευάσω | θα προκατασκευάζεις / θα προκατασκευάσεις | θα προκατασκευάζει / θα προκατασκευάσει | θα προκατασκευάζουμε / θα προκατασκευάσουμε | θα προκατασκευάζετε / θα προκατασκευάσετε | θα προκατασκευάζουν / θα προκατασκευάζουνε / θα προκατασκευάσουν / θα προκατασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προκατασκευάσει | έχεις προκατασκευάσει | έχει προκατασκευάσει | έχουμε προκατασκευάσει | έχετε προκατασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προκατασκευάσει | είχες προκατασκευάσει | είχε προκατασκευάσει | είχαμε προκατασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προκατασκευάσει / να προκατασκευάζω / να προκατασκευάσω | να έχεις προκατασκευάσει / να προκατασκευάζεις / να προκατασκευάσεις | να έχει προκατασκευάσει / να προκατασκευάζει / να προκατασκευάσει | να έχουμε προκατασκευάσει / να προκατασκευάζουμε / να προκατασκευάσουμε | να έχετε προκατασκευάσει / να προκατασκευάζετε / να προκατασκευάσετε | να προκατασκευάζουν / να προκατασκευάζουνε / να προκατασκευάσουν / να προκατασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | προκατασκεύαζε / προκατασκεύασε | — | — | προκατασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προκατασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →