Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκοπή

/pɾo.koˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
    • Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή...
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προκοπή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή προκοπή < αρχαία ελληνική προκόπτω < πρό + κόπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροκοπήπροκοπές
Γενικήπροκοπήςπροκοπών
Αιτιατικήπροκοπήπροκοπές
Κλητικήπροκοπήπροκοπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →