προκοπή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
- Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή...
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκοπή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή προκοπή < αρχαία ελληνική προκόπτω < πρό + κόπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκοπή | προκοπές |
| Γενική | προκοπής | προκοπών |
| Αιτιατική | προκοπή | προκοπές |
| Κλητική | προκοπή | προκοπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →