Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προμηθευτής

/pɾo.mi.θeˈftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που προμηθεύει, που εφοδιάζει με προμήθειες κάποιον ή κάποιους Βικιλεξικό
    • ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Ετυμολογία

προμηθευτής < μεσαιωνική ελληνική προμηθευτής < προμηθεύω < ελληνιστική κοινή προμηθεύομαι < αρχαία ελληνική προμηθής / προμηθεύς < προμανθάνω < πρό + μανθάνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pourvoyeur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρομηθευτήςπρομηθευτές
Γενικήπρομηθευτήπρομηθευτών
Αιτιατικήπρομηθευτήπρομηθευτές
Κλητικήπρομηθευτήπρομηθευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →