προνοώ
•
- φροντίζω για κάτι πριν συμβεί ή εκδηλωθεί, μεριμνώ εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προνοώ < αρχαία ελληνική προνοῶ, συνηρημένος τύπος του προνοέω < προ- + νοέω / νοῶ < νόος / νοῦς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προνοώ | προνοείς | προνοεί | προνοούμε | προνοείτε | προνοούν / προνοούνε |
| Παρατατικός | προνοούσα | προνοούσες | προνοούσε | προνοούσαμε | προνοούσατε | προνοούσαν / προνοούσανε |
| Αόριστος | προνόησα | προνόησες | προνόησε | προνοήσαμε | προνοήσατε | προνοήσαν / προνοήσανε / προνόησαν |
| Μέλλοντας | θα προνοήσω / θα προνοώ | θα προνοήσεις / θα προνοείς | θα προνοήσει / θα προνοεί | θα προνοήσουμε / θα προνοούμε | θα προνοήσετε / θα προνοείτε | θα προνοήσουν / θα προνοήσουνε / θα προνοούν / θα προνοούνε |
| Παρακείμενος | έχω προνοήσει | έχεις προνοήσει | έχει προνοήσει | έχουμε προνοήσει | έχετε προνοήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προνοήσει | είχες προνοήσει | είχε προνοήσει | είχαμε προνοήσει | είχατε προνοήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω προνοήσει / να προνοήσω / να προνοώ | να έχεις προνοήσει / να προνοήσεις / να προνοείς | να έχει προνοήσει / να προνοήσει / να προνοεί | να έχουμε προνοήσει / να προνοήσουμε / να προνοούμε | να έχετε προνοήσει / να προνοήσετε / να προνοείτε | να προνοήσουν / να προνοήσουνε / να προνοούν / να προνοούνε |
| Προστακτική | — | προνόησε | — | — | προνοήστε / προνοείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →