προορατικός
•
- που μπορεί και προβλέπει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου προνοεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προορατικός < αρχαία ελληνική προορατικός < προοράω / προορῶ < πρό + ὁράω / ὁρῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προορατικός | προορατική | προορατικό |
| Γενική | προορατικού | προορατικής | προορατικού |
| Αιτιατική | προορατικό | προορατική | προορατικό |
| Κλητική | προορατικέ | προορατική | προορατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προορατικοί | προορατικές | προορατικά |
| Γενική | προορατικών | προορατικών | προορατικών |
| Αιτιατική | προορατικούς | προορατικές | προορατικά |
| Κλητική | προορατικοί | προορατικές | προορατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →