Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπέτεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να είναι κάποιος προπετής, να έχει συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από λόγο αυθάδη, χωρίς προηγούμενη σκέψη Βικιλεξικό
    • Σὲ ἐρωτῶ λοιπὸν ἄνευ τῆς παραμικρᾶς προπετείας ἂν θὰ ἐδίσταζες νὰ βἀλεις τὴν ὑπογραφή σου. (Ν(ίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ποιητική συλλογή Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)
  2. ανατομίαπροεξοχή του προσώπου ή σε κάποιο μέρος του κρανίου Βικιλεξικό
    • προπέτεια της γνάθου

Ετυμολογία

προπέτεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προπέτεια < προπετής < προπίπτω < πρό + πίπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροπέτειαπροπέτειες
Γενικήπροπέτειαςπροπετειών
Αιτιατικήπροπέτειαπροπέτειες
Κλητικήπροπέτειαπροπέτειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →