προπετής
•
- φλύαρος και βιαστικός Βικιλεξικό
- αναιδής, θρασύς, ιταμός Βικιλεξικό
- […] δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της, την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.
- βιαστικός, απερίσκεπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπετής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προπετής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπετής | προπετής | προπετές |
| Γενική | προπετούς | προπετούς | προπετούς |
| Αιτιατική | προπετή | προπετή | προπετές |
| Κλητική | προπετή / προπετής | προπετής | προπετές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπετείς | προπετείς | προπετή |
| Γενική | προπετών | προπετών | προπετών |
| Αιτιατική | προπετείς | προπετείς | προπετή |
| Κλητική | προπετείς | προπετείς | προπετή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →