Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπετής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φλύαρος και βιαστικός Βικιλεξικό
  2. αναιδής, θρασύς, ιταμός Βικιλεξικό
    • […] δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της, την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.
  3. βιαστικός, απερίσκεπτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπετής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προπετής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπετήςπροπετήςπροπετές
Γενικήπροπετούςπροπετούςπροπετούς
Αιτιατικήπροπετήπροπετήπροπετές
Κλητικήπροπετή / προπετήςπροπετήςπροπετές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπετείςπροπετείςπροπετή
Γενικήπροπετώνπροπετώνπροπετών
Αιτιατικήπροπετείςπροπετείςπροπετή
Κλητικήπροπετείςπροπετείςπροπετή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →