προσαρτώ
•
- υπάγω ένα κράτος στην κυριαρχία ενός άλλου μονομερώς και χωρίς τη δική του βούληση ή επιδίωξη Βικιλεξικό
- υπάγω μια περιοχή (ή κι ένα κράτος) στην κυριαρχία ενός (άλλου) κράτους με αμοιβαία βούληση ή επιδίωξη Βικιλεξικό
- γενικότερασυνδέω, συνάπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαρτώ < αρχαία ελληνική προσαρτάω / προσαρτῶ < πρός + ἀρτάω / ἀρτῶ < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί) (1,2: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική annexer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσαρτάω / προσαρτώ | προσαρτάς | προσαρτά / προσαρτάει | προσαρτάμε / προσαρτούμε | προσαρτάτε | προσαρτάν / προσαρτάνε / προσαρτούν / προσαρτούνε |
| Παρατατικός | προσαρτούσα | προσαρτούσες | προσαρτούσε | προσαρτούσαμε | προσαρτούσατε | προσαρτούσαν / προσαρτούσανε |
| Αόριστος | προσάρτησα | προσάρτησες | προσάρτησε | προσαρτήσαμε | προσαρτήσατε | προσάρτησαν / προσαρτήσαν / προσαρτήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσαρτάω / θα προσαρτήσω / θα προσαρτώ | θα προσαρτάς / θα προσαρτήσεις | θα προσαρτά / θα προσαρτάει / θα προσαρτήσει | θα προσαρτάμε / θα προσαρτήσουμε / θα προσαρτούμε | θα προσαρτάτε / θα προσαρτήσετε | θα προσαρτάν / θα προσαρτάνε / θα προσαρτήσουν / θα προσαρτήσουνε / θα προσαρτούν / θα προσαρτούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσαρτήσει | έχεις προσαρτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσαρτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσαρτήσει / να προσαρτάω / να προσαρτήσω / να προσαρτώ | να έχεις προσαρτήσει / να προσαρτάς / να προσαρτήσεις | να προσαρτά / να προσαρτάει / να προσαρτήσει | να προσαρτάμε / να προσαρτήσουμε / να προσαρτούμε | να προσαρτάτε / να προσαρτήσετε | να προσαρτάν / να προσαρτάνε / να προσαρτήσουν / να προσαρτήσουνε / να προσαρτούν / να προσαρτούνε |
| Προστακτική | — | προσάρτα / προσάρταγε / προσάρτησε | — | — | προσαρτάτε / προσαρτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →