Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσθέτω

/pɾoˈsθe.to/ρήμα
•
  1. αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης Βικιλεξικό
    • ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
  2. ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω Βικιλεξικό
    • η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
  3. επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο Βικιλεξικό
    • αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
  4. συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού Βικιλεξικό
    • προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
  5. βάζω κάτι επιπλέον Βικιλεξικό
    • πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
    • Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
  6. μιλάω συμπληρωματικά για κάτι Βικιλεξικό
    • στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
  7. συνυπολογίζω Βικιλεξικό
    • αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι

Ετυμολογία

προσθέτω < μεσαιωνική ελληνική προσθέτω < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός (προσ-) + τίθημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσθέτωπροσθέτειςπροσθέτειπροσθέτουμεπροσθέτετεπροσθέτουν / προσθέτουνε
Παρατατικόςπροσέθεταπροσέθετεςπροσέθετεπροσθέταμεπροσθέτατεπροσέθεταν / προσθέταν / προσθέτανε
Αόριστοςπροσέθεσαπροσέθεσεςπροσέθεσεπροσθέσαμεπροσθέσατεπροσέθεσαν / προσθέσαν / προσθέσανε
Μέλλονταςθα προσθέσω / θα προσθέτωθα προσθέσεις / θα προσθέτειςθα προσθέσει / θα προσθέτειθα προσθέσουμε / θα προσθέτουμεθα προσθέσετε / θα προσθέτετεθα προσθέσουν / θα προσθέσουνε / θα προσθέτουν / θα προσθέτουνε
Παρακείμενοςέχω προσθέσειέχεις προσθέσειέχει προσθέσειέχουμε προσθέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προσθέσειείχες προσθέσειείχε προσθέσειείχαμε προσθέσει——
Υποτακτικήνα έχω προσθέσει / να προσθέσω / να προσθέτωνα έχεις προσθέσει / να προσθέσεις / να προσθέτειςνα έχει προσθέσει / να προσθέσει / να προσθέτεινα έχουμε προσθέσει / να προσθέσουμε / να προσθέτουμενα προσθέσετε / να προσθέτετενα προσθέσουν / να προσθέσουνε / να προσθέτουν / να προσθέτουνε
Προστακτική—έχε προστεθειμένο / προσέθεσε / προσέθετε——προσθέστε / προσθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →