προσθέτω
•
- αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης Βικιλεξικό
- ...στη συνέχεια, προσθέτομε τους παρονομαστές...
- ενώνω κάτι με κάτι που ήδη υπάρχει και το αυξάνω Βικιλεξικό
- η δόση προκύπτει προσθέτοντας τους τόκους με το κεφάλαιο που πρέπει να πληρωθεί
- επεκτείνω κάτι κάνοντάς το πιο έντονο Βικιλεξικό
- αυτό το ντύσιμο σου προσθέτει γοητεία
- συμπληρώνω την ποσότητα ή διάφορα υλικά (και ανακατεύω ή όχι) κατά την παρασκευή του φαγητού Βικιλεξικό
- προσθέστε το μισό από το ζωμό και τα καρότα
- βάζω κάτι επιπλέον Βικιλεξικό
- πρέπει να προσθέσομε χαρτί στον εκτυπωτή
- Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
- μιλάω συμπληρωματικά για κάτι Βικιλεξικό
- στην άποψή σου θέλω να προσθέσω ότι...
- συνυπολογίζω Βικιλεξικό
- αν προσθέσεις και την ταλαιπωρία στην αίθουσα αναμονής, θα καταλάβεις πόσο κουρασμένη είμαι
Ετυμολογία
προσθέτω < μεσαιωνική ελληνική προσθέτω < αρχαία ελληνική προστίθημι < πρός (προσ-) + τίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσθέτω | προσθέτεις | προσθέτει | προσθέτουμε | προσθέτετε | προσθέτουν / προσθέτουνε |
| Παρατατικός | προσέθετα | προσέθετες | προσέθετε | προσθέταμε | προσθέτατε | προσέθεταν / προσθέταν / προσθέτανε |
| Αόριστος | προσέθεσα | προσέθεσες | προσέθεσε | προσθέσαμε | προσθέσατε | προσέθεσαν / προσθέσαν / προσθέσανε |
| Μέλλοντας | θα προσθέσω / θα προσθέτω | θα προσθέσεις / θα προσθέτεις | θα προσθέσει / θα προσθέτει | θα προσθέσουμε / θα προσθέτουμε | θα προσθέσετε / θα προσθέτετε | θα προσθέσουν / θα προσθέσουνε / θα προσθέτουν / θα προσθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσθέσει | έχεις προσθέσει | έχει προσθέσει | έχουμε προσθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσθέσει | είχες προσθέσει | είχε προσθέσει | είχαμε προσθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσθέσει / να προσθέσω / να προσθέτω | να έχεις προσθέσει / να προσθέσεις / να προσθέτεις | να έχει προσθέσει / να προσθέσει / να προσθέτει | να έχουμε προσθέσει / να προσθέσουμε / να προσθέτουμε | να προσθέσετε / να προσθέτετε | να προσθέσουν / να προσθέσουνε / να προσθέτουν / να προσθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε προστεθειμένο / προσέθεσε / προσέθετε | — | — | προσθέστε / προσθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →