προσθήκη
•
- η πρόσθεση επιπλέον στοιχείων Βικιλεξικό
- Ιδιόχειρος περιγραφικός κατάλογος προσκτημάτων του Νομισματικού Μουσείου από τον Γέδεν (Giede) με προσθήκη πέντε ιδιόχειρων σελίδων από τον Κ. Πιττάκη. (The First Century of the Numismatic Museum, 1829-1922, 1988, σελ. 192)
- ό,τι προστίθεται Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πρόσθημα
Ετυμολογία
προσθήκη < αρχαία ελληνική προσθήκη < προσ- + -θήκη < τίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσθήκη | προσθήκες |
| Γενική | προσθήκης | προσθηκών |
| Αιτιατική | προσθήκη | προσθήκες |
| Κλητική | προσθήκη | προσθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →