προσθετικός
•
- αυτός που σχετίζεται με, αφορά την ή είναι αποτέλεσμα πρόσθεσης Βικιλεξικό
- Η δε(σ)οξυριβόζη είναι υδατάνθρακας (πεντόζη), με τύπο C₅Η₁₀Ο₇, που αποτελεί προϊόν αναγωγής της ριβόζης, με αντικατάσταση μιας αλκοολικής ομάδας με μία μεθυλενική. Βρίσκεται στην προσθετική ομάδα ορισμένων νουκλεοπρωτεϊνών και αποτελεί μέρος του δεοξυριβονουκλεϊνικού οξέος (βλ. λ.). Είναι σώμα κρυσταλλικό, με μοριακό βάρος 134,1 και σημείο τήξης 78-82°C.http://greek_greek.enacademic.com/212917/δεοξυριβόζη
- για έξτρα συστατικό ή προσθετικό μέλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσθετικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσθετικός | προσθετική | προσθετικό |
| Γενική | προσθετικού | προσθετικής | προσθετικού |
| Αιτιατική | προσθετικό | προσθετική | προσθετικό |
| Κλητική | προσθετικέ | προσθετική | προσθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσθετικοί | προσθετικές | προσθετικά |
| Γενική | προσθετικών | προσθετικών | προσθετικών |
| Αιτιατική | προσθετικούς | προσθετικές | προσθετικά |
| Κλητική | προσθετικοί | προσθετικές | προσθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →