προσκήνιο
•
- θέατροτο μέρος της σκηνής ενός (νεότερου) θεάτρου μπροστά από την αυλαία, το μπροστινό τμήμα της σκηνής Βικιλεξικό
- θέατροτο τμήμα ενός αρχαίου θεάτρου στο οποίο εμφανίζονταν και έπαιζαν οι ηθοποιοί Βικιλεξικό
- μεταφορικάο χώρος ή / και ο χρόνος όπου εκτυλίσσονται σπουδαία ή επίκαιρα γεγονότα ή δραστηριότητες, για τα οποία ενδιαφέρεται ο κόσμος και τα παρακολουθεί Βικιλεξικό
- Η αμφιλεγόμενη «ψυχρή σύντηξη» (cold fusion), που εδώ και χρόνια έχει προταθεί ως πανάκεια για τα ενεργειακά προβλήματα της ανθρωπότητας, χωρίς όμως μέχρι τώρα να έχει δικαιώσει τις προσδοκίες, γεγονός που έχει δημιουργήσει σκεπτικισμό σε πολλούς επιστήμονες για το κατά πόσο είναι τελικά εφικτή, επανέρχεται τώρα στο προσκήνιο. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 27.03.2009)
Ετυμολογία
προσκήνιο < ελληνιστική κοινή προσκήνιον < πρό (προ-) + αρχαία ελληνική σκηνή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκήνιο | προσκήνια |
| Γενική | προσκήνιου / προσκηνίου | προσκήνιων / προσκηνίων |
| Αιτιατική | προσκήνιο | προσκήνια |
| Κλητική | προσκήνιο | προσκήνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →