προσκηνιακός
•
- που έχει σχέση με το προσκήνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκηνιακός < προσκήνιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκηνιακός | προσκηνιακή | προσκηνιακό |
| Γενική | προσκηνιακού | προσκηνιακής | προσκηνιακού |
| Αιτιατική | προσκηνιακό | προσκηνιακή | προσκηνιακό |
| Κλητική | προσκηνιακέ | προσκηνιακή | προσκηνιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκηνιακοί | προσκηνιακές | προσκηνιακά |
| Γενική | προσκηνιακών | προσκηνιακών | προσκηνιακών |
| Αιτιατική | προσκηνιακούς | προσκηνιακές | προσκηνιακά |
| Κλητική | προσκηνιακοί | προσκηνιακές | προσκηνιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →