Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκηνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το προσκήνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκηνιακός < προσκήνιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσκηνιακόςπροσκηνιακήπροσκηνιακό
Γενικήπροσκηνιακούπροσκηνιακήςπροσκηνιακού
Αιτιατικήπροσκηνιακόπροσκηνιακήπροσκηνιακό
Κλητικήπροσκηνιακέπροσκηνιακήπροσκηνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσκηνιακοίπροσκηνιακέςπροσκηνιακά
Γενικήπροσκηνιακώνπροσκηνιακώνπροσκηνιακών
Αιτιατικήπροσκηνιακούςπροσκηνιακέςπροσκηνιακά
Κλητικήπροσκηνιακοίπροσκηνιακέςπροσκηνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →