Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκυρωτικός

επίρρημα, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προσκύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκυρωτικός < προσκυρώνω + -τικός

Άλλοι τύποι

προσκυρωτικάπροσκυρωτικέπροσκυρωτικέςπροσκυρωτικήπροσκυρωτικήςπροσκυρωτικοίπροσκυρωτικούπροσκυρωτικούςπροσκυρωτικόπροσκυρωτικόςπροσκυρωτικών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →