προσκυρωτικός
•
- που έχει σχέση με προσκύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκυρωτικός < προσκυρώνω + -τικός
Άλλοι τύποι
προσκυρωτικάπροσκυρωτικέπροσκυρωτικέςπροσκυρωτικήπροσκυρωτικήςπροσκυρωτικοίπροσκυρωτικούπροσκυρωτικούςπροσκυρωτικόπροσκυρωτικόςπροσκυρωτικών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →