προσκυρώνω
•
- νομικός όροςμεταβιβάζω δικαστικά την κυριότητα σε άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκυρώνω < ελληνιστική κοινή προσκυρόω / προσκυρῶ < αρχαία ελληνική πρός + κυρόω / κυρῶ < κῦρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσκυρώνω | προσκυρώνεις | προσκυρώνει | προσκυρώνουμε | προσκυρώνετε | προσκυρώνουν / προσκυρώνουνε |
| Παρατατικός | προσκύρωνα | προσκύρωνες | προσκύρωνε | προσκυρώναμε | προσκυρώνατε | προσκυρώναν / προσκυρώνανε / προσκύρωναν |
| Αόριστος | προσκύρωσα | προσκύρωσες | προσκύρωσε | προσκυρώσαμε | προσκυρώσατε | προσκυρώσαν / προσκυρώσανε / προσκύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα προσκυρώνω / θα προσκυρώσω | θα προσκυρώνεις / θα προσκυρώσεις | θα προσκυρώνει / θα προσκυρώσει | θα προσκυρώνουμε / θα προσκυρώσουμε | θα προσκυρώνετε / θα προσκυρώσετε | θα προσκυρώνουν / θα προσκυρώνουνε / θα προσκυρώσουν / θα προσκυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσκυρώσει | έχεις προσκυρώσει | έχει προσκυρώσει | έχουμε προσκυρώσει | έχετε προσκυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσκυρώσει | είχες προσκυρώσει | είχε προσκυρώσει | είχαμε προσκυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσκυρώσει / να προσκυρώνω / να προσκυρώσω | να έχεις προσκυρώσει / να προσκυρώνεις / να προσκυρώσεις | να έχει προσκυρώσει / να προσκυρώνει / να προσκυρώσει | να έχουμε προσκυρώσει / να προσκυρώνουμε / να προσκυρώσουμε | να έχετε προσκυρώσει / να προσκυρώνετε / να προσκυρώσετε | να προσκυρώνουν / να προσκυρώνουνε / να προσκυρώσουν / να προσκυρώσουνε |
| Προστακτική | — | προσκύρωνε / προσκύρωσε | — | — | προσκυρώνετε / προσκυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →