προσμένω
•
- περιμένω ελπίζοντας Βικιλεξικό
- Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
- τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
- να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
- το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
Ετυμολογία
προσμένω < αρχαία ελληνική προσμένω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →