Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσμονή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προσδοκία, ελπιδοφόρα αναμονή Βικιλεξικό
    • Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)

Ετυμολογία

προσμονή < προσμένω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσμονήπροσμονές
Γενικήπροσμονήςπροσμονών
Αιτιατικήπροσμονήπροσμονές
Κλητικήπροσμονήπροσμονές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →