Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσπέλαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πλησίασμα, η προσέγγιση Βικιλεξικό
    • είναι πολύ δύσκολη η προσπέλαση αυτού του βουνού
    • για την προσπέλαση του στόχου απαιτείται αυτοσυγκέντρωση και οργάνωση

Ετυμολογία

προσπέλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσπέλα(σις) + -ση < προσπελάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσπέλασηπροσπελάσεις
Γενικήπροσπέλασηςπροσπελάσεων
Αιτιατικήπροσπέλασηπροσπελάσεις
Κλητικήπροσπέλασηπροσπελάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →