Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσπορισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσπορίζω Βικιλεξικό
    • ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)

Ετυμολογία

προσπορισμός < προσπορίζω + -μός < αρχαία ελληνική προσπορίζω < πορίζω < πόρος < πείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (περνώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσπορισμόςπροσπορισμοί
Γενικήπροσπορισμούπροσπορισμών
Αιτιατικήπροσπορισμόπροσπορισμούς
Κλητικήπροσπορισμέπροσπορισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →