Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προστατευτικός

/pɾo.sta.te.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χρησιμεύει για προστασία Βικιλεξικό
  2. που προσφέρει προστασία Βικιλεξικό
    • Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)

Ετυμολογία

προστατευτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προστατευτικός (που ασκεί εξουσία) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική protecteur και από την αγγλική protective. Συγχρονικά αναλύεται σε προστατευτ- (παθητικό αοριστικό θέμα του προστατεύω) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροστατευτικόςπροστατευτικήπροστατευτικό
Γενικήπροστατευτικούπροστατευτικήςπροστατευτικού
Αιτιατικήπροστατευτικόπροστατευτικήπροστατευτικό
Κλητικήπροστατευτικέπροστατευτικήπροστατευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροστατευτικοίπροστατευτικέςπροστατευτικά
Γενικήπροστατευτικώνπροστατευτικώνπροστατευτικών
Αιτιατικήπροστατευτικούςπροστατευτικέςπροστατευτικά
Κλητικήπροστατευτικοίπροστατευτικέςπροστατευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →