προστατευτικότητα
•
- η ιδιότητα του προστατευτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προστατευτικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προστατευτικότης, από την αιτιατική «προστατευτικότητα». Συγχρονικά αναλύεται σε προστατευτικ(ός) + -ότητα :: Πρώτη μαρτυρία 1898
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προστατευτικότητα | προστατευτικότητες |
| Γενική | προστατευτικότητας | προστατευτικοτήτων |
| Αιτιατική | προστατευτικότητα | προστατευτικότητες |
| Κλητική | προστατευτικότητα | προστατευτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →