υπερπροστατευτικότητα
•
- η καθ’ υπερβολήν προστατευτικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπροστατευτικότητα < υπερ- + προστατευτικότητα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική overprotectiveness)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερπροστατευτικότητα | υπερπροστατευτικότητες |
| Γενική | υπερπροστατευτικότητας | υπερπροστατευτικοτήτων |
| Αιτιατική | υπερπροστατευτικότητα | υπερπροστατευτικότητες |
| Κλητική | υπερπροστατευτικότητα | υπερπροστατευτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →