προσφέρω
•
- δίνω κάτι σε κάποιον αφιλοκερδώς Βικιλεξικό
- σερβίρω Βικιλεξικό
- Καλώς ήλθατε! Τι θα σας προσφέρουμε; Να σας προσφέρω ένα γλυκό του κουταλιού;
- πουλάω ένα προϊόν ή μια υπηρεσία με την υπόσχεση της ποιότητας ή/και της καλής τιμής Βικιλεξικό
- μια ιδιότητα κάποιου ή από κάτι που μας την δίνει ή δείχνει και ικανοποιούμαστε από αυτή Βικιλεξικό
- προσφέρει διασκέδαση με το κωμικό του ταλέντο
- προσφέρομαι Βικιλεξικό
- και το τρίτο πρόσωπο: προσφέρεται
Ετυμολογία
προσφέρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσφέρω < προσ- + φέρω
Άλλοι τύποι
προσέφεραπροσφέρθηκαπροσφέρομαιπροσφερμένοςπρόσφερα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →