προσφυγόσπιτο
•
- σπίτι χαμηλής αξίας κατασκευασμένο συνήθως με πρόχειρο τρόπο από πρόσφυγες ή για εγκατάσταση προσφύγων Βικιλεξικό
- Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.
Ετυμολογία
προσφυγόσπιτο < πρόσφυγ(ας) + -ό- + -σπιτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσφυγόσπιτο | προσφυγόσπιτα |
| Γενική | προσφυγόσπιτου | προσφυγόσπιτων |
| Αιτιατική | προσφυγόσπιτο | προσφυγόσπιτα |
| Κλητική | προσφυγόσπιτο | προσφυγόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →