προσχηματικός
•
- που έχει σχέση με το πρόσχημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή χρησιμεύει ως πρόσχημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσχηματικός < πρόσχημα, προσχηματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσχηματικός | προσχηματική | προσχηματικό |
| Γενική | προσχηματικού | προσχηματικής | προσχηματικού |
| Αιτιατική | προσχηματικό | προσχηματική | προσχηματικό |
| Κλητική | προσχηματικέ | προσχηματική | προσχηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσχηματικοί | προσχηματικές | προσχηματικά |
| Γενική | προσχηματικών | προσχηματικών | προσχηματικών |
| Αιτιατική | προσχηματικούς | προσχηματικές | προσχηματικά |
| Κλητική | προσχηματικοί | προσχηματικές | προσχηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →