Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσχηματικός

/pɾo.sçi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πρόσχημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή χρησιμεύει ως πρόσχημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσχηματικός < πρόσχημα, προσχηματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσχηματικόςπροσχηματικήπροσχηματικό
Γενικήπροσχηματικούπροσχηματικήςπροσχηματικού
Αιτιατικήπροσχηματικόπροσχηματικήπροσχηματικό
Κλητικήπροσχηματικέπροσχηματικήπροσχηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσχηματικοίπροσχηματικέςπροσχηματικά
Γενικήπροσχηματικώνπροσχηματικώνπροσχηματικών
Αιτιατικήπροσχηματικούςπροσχηματικέςπροσχηματικά
Κλητικήπροσχηματικοίπροσχηματικέςπροσχηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →