πρόσχημα
•
- ό,τι χρησιμοποιείται ως δικαιολογία ή πρόφαση αντί του πραγματικού λόγου ή σκοπού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσχημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσχημα (κάλυμμα) < πρό- + σχῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσχημα | προσχήματα |
| Γενική | προσχήματος | προσχημάτων |
| Αιτιατική | πρόσχημα | προσχήματα |
| Κλητική | πρόσχημα | προσχήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →