Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσωποληπτώ

ρήμα
•
  1. λόγιομεροληπτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσωποληπτώ < (ελληνιστική κοινή) / προσωποληπτῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσωποληπτώπροσωποληπτείςπροσωποληπτείπροσωποληπτούμεπροσωποληπτείτεπροσωποληπτούν / προσωποληπτούνε
Παρατατικόςπροσωποληπτούσαπροσωποληπτούσεςπροσωποληπτούσεπροσωποληπτούσαμεπροσωποληπτούσατεπροσωποληπτούσαν / προσωποληπτούσανε
Αόριστοςπροσωπολήπτησαπροσωπολήπτησεςπροσωπολήπτησεπροσωποληπτήσαμεπροσωποληπτήσατεπροσωπολήπτησαν / προσωποληπτήσαν / προσωποληπτήσανε
Μέλλονταςθα προσωποληπτήσω / θα προσωποληπτώθα προσωποληπτήσεις / θα προσωποληπτείςθα προσωποληπτήσει / θα προσωποληπτείθα προσωποληπτήσουμε / θα προσωποληπτούμεθα προσωποληπτήσετε / θα προσωποληπτείτεθα προσωποληπτήσουν / θα προσωποληπτήσουνε / θα προσωποληπτούν / θα προσωποληπτούνε
Παρακείμενοςέχω προσωποληπτήσειέχεις προσωποληπτήσειέχει προσωποληπτήσειέχουμε προσωποληπτήσειέχετε προσωποληπτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προσωποληπτήσειείχες προσωποληπτήσειείχε προσωποληπτήσειείχαμε προσωποληπτήσει——
Υποτακτικήνα έχω προσωποληπτήσει / να προσωποληπτήσω / να προσωποληπτώνα έχεις προσωποληπτήσει / να προσωποληπτήσεις / να προσωποληπτείςνα έχει προσωποληπτήσει / να προσωποληπτήσει / να προσωποληπτείνα έχουμε προσωποληπτήσει / να προσωποληπτήσουμε / να προσωποληπτούμενα έχετε προσωποληπτήσει / να προσωποληπτήσετε / να προσωποληπτείτενα προσωποληπτήσουν / να προσωποληπτήσουνε / να προσωποληπτούν / να προσωποληπτούνε
Προστακτική—προσωπολήπτει / προσωπολήπτησε——προσωποληπτήστε / προσωποληπτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →