προφυλακίζω
•
- νομικός όροςφυλακίζω κάποιον πριν διεξαχθεί η δίκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προφυλακίζω < μεσαιωνική ελληνική προφυλακίζω < ελληνιστική κοινή φυλακίζω < αρχαία ελληνική φύλαξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προφυλακίζω | προφυλακίζεις | προφυλακίζει | προφυλακίζουμε | προφυλακίζετε | προφυλακίζουν / προφυλακίζουνε |
| Παρατατικός | προφυλάκιζα | προφυλάκιζες | προφυλάκιζε | προφυλακίζαμε | προφυλακίζατε | προφυλάκιζαν / προφυλακίζαν / προφυλακίζανε |
| Αόριστος | προφυλάκισα | προφυλάκισες | προφυλάκισε | προφυλακίσαμε | προφυλακίσατε | προφυλάκισαν / προφυλακίσαν / προφυλακίσανε |
| Μέλλοντας | θα προφυλακίζω / θα προφυλακίσω | θα προφυλακίζεις / θα προφυλακίσεις | θα προφυλακίζει / θα προφυλακίσει | θα προφυλακίζουμε / θα προφυλακίσουμε | θα προφυλακίζετε / θα προφυλακίσετε | θα προφυλακίζουν / θα προφυλακίζουνε / θα προφυλακίσουν / θα προφυλακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προφυλακίσει | έχεις προφυλακίσει | έχει προφυλακίσει | έχουμε προφυλακίσει | έχετε προφυλακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προφυλακίσει | είχες προφυλακίσει | είχε προφυλακίσει | είχαμε προφυλακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προφυλακίσει / να προφυλακίζω / να προφυλακίσω | να έχεις προφυλακίσει / να προφυλακίζεις / να προφυλακίσεις | να έχει προφυλακίσει / να προφυλακίζει / να προφυλακίσει | να έχουμε προφυλακίσει / να προφυλακίζουμε / να προφυλακίσουμε | να έχετε προφυλακίσει / να προφυλακίζετε / να προφυλακίσετε | να προφυλακίζουν / να προφυλακίζουνε / να προφυλακίσουν / να προφυλακίσουνε |
| Προστακτική | — | προφυλάκιζε / προφυλάκισε | — | — | προφυλακίζετε / προφυλακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →