Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυλακή

/fi.laˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χώρος κράτησης καταδίκων Βικιλεξικό
    • Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών
    • Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
  2. ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια Βικιλεξικό
    • Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή
  3. ποινή στρατιωτική Βικιλεξικό
    • Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!

Ετυμολογία

φυλακή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φυλακή (φρούρηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυλακήφυλακές
Γενικήφυλακήςφυλακών
Αιτιατικήφυλακήφυλακές
Κλητικήφυλακήφυλακές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →