προχειροδουλειά
•
- δουλειά, εργασία ή προϊόν κακής ποιότητας, που έγινε πρόχειρα, επιπόλαια ή βιαστικά ή φτηνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχειροδουλειά < πρόχειρ(ος) + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προχειροδουλειά | προχειροδουλειές |
| Γενική | προχειροδουλειάς | προχειροδουλειών |
| Αιτιατική | προχειροδουλειά | προχειροδουλειές |
| Κλητική | προχειροδουλειά | προχειροδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →