Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προχειρολογία

/pɾo.çi.ɾo.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του προχειρολογώ, το να προχειρολογώ Βικιλεξικό
  2. απόψεις ή επιχειρήματα που διατυπώνονται χωρίς εξέταση και τεκμηρίωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προχειρολογία < προχειρολογ(ώ) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε πρόχειρ(ος) + -ο- + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροχειρολογίαπροχειρολογίες
Γενικήπροχειρολογίαςπροχειρολογιών
Αιτιατικήπροχειρολογίαπροχειρολογίες
Κλητικήπροχειρολογίαπροχειρολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →