προχειρολογία
•
- η ενέργεια του προχειρολογώ, το να προχειρολογώ Βικιλεξικό
- απόψεις ή επιχειρήματα που διατυπώνονται χωρίς εξέταση και τεκμηρίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχειρολογία < προχειρολογ(ώ) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε πρόχειρ(ος) + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προχειρολογία | προχειρολογίες |
| Γενική | προχειρολογίας | προχειρολογιών |
| Αιτιατική | προχειρολογία | προχειρολογίες |
| Κλητική | προχειρολογία | προχειρολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →