προχειρολογώ
•
- λέω κάτι πρόχειρα, χωρίς να έχω μελετήσει το θέμα διεξοδικά, χωρίς επιχειρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχειρολογώ < πρόχειρ(ος) + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προχειρολογώ | προχειρολογείς | προχειρολογεί | προχειρολογούμε | προχειρολογείτε | προχειρολογούν / προχειρολογούνε |
| Παρατατικός | προχειρολογούσα | προχειρολογούσες | προχειρολογούσε | προχειρολογούσαμε | προχειρολογούσατε | προχειρολογούσαν / προχειρολογούσανε |
| Αόριστος | προχειρολόγησα | προχειρολόγησες | προχειρολόγησε | προχειρολογήσαμε | προχειρολογήσατε | προχειρολογήσαν / προχειρολογήσανε / προχειρολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα προχειρολογήσω / θα προχειρολογώ | θα προχειρολογήσεις / θα προχειρολογείς | θα προχειρολογήσει / θα προχειρολογεί | θα προχειρολογήσουμε / θα προχειρολογούμε | θα προχειρολογήσετε / θα προχειρολογείτε | θα προχειρολογήσουν / θα προχειρολογήσουνε / θα προχειρολογούν / θα προχειρολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω προχειρολογήσει | έχεις προχειρολογήσει | έχει προχειρολογήσει | έχουμε προχειρολογήσει | έχετε προχειρολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προχειρολογήσει | είχες προχειρολογήσει | είχε προχειρολογήσει | είχαμε προχειρολογήσει | είχατε προχειρολογήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω προχειρολογήσει / να προχειρολογήσω / να προχειρολογώ | να έχεις προχειρολογήσει / να προχειρολογήσεις / να προχειρολογείς | να έχει προχειρολογήσει / να προχειρολογήσει / να προχειρολογεί | να έχουμε προχειρολογήσει / να προχειρολογήσουμε / να προχειρολογούμε | να έχετε προχειρολογήσει / να προχειρολογήσετε / να προχειρολογείτε | να προχειρολογήσουν / να προχειρολογήσουνε / να προχειρολογούν / να προχειρολογούνε |
| Προστακτική | — | προχειρολόγησε | — | — | προχειρολογήστε / προχειρολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →