πρόχειρος
•
- που έχει γίνει χωρίς μεγάλη προσοχή, με βιασύνη ή χωρίς τη χρήση των κατάλληλων υλικών ή μέσων Βικιλεξικό
- που δεν τον έχουμε επεξεργαστεί όσο πρέπει, αλλά βρίσκεται σε μια πρωτόλεια ή πρώτη μορφή ή κατάσταση Βικιλεξικό
- που βρίσκεται εύκολα Βικιλεξικό
- προσωρινός Βικιλεξικό
- ανεπίσημος, καθημερινός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτο πρόχειρο: τετράδιο ή μπλοκ για ποικίλες πρόχειρες σημειώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόχειρος < αρχαία ελληνική πρόχειρος < (πρό) πρό- + χείρ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόχειρος | πρόχειρη | πρόχειρο |
| Γενική | πρόχειρου | πρόχειρης | πρόχειρου |
| Αιτιατική | πρόχειρο | πρόχειρη | πρόχειρο |
| Κλητική | πρόχειρε | πρόχειρη | πρόχειρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόχειροι | πρόχειρες | πρόχειρα |
| Γενική | πρόχειρων | πρόχειρων | πρόχειρων |
| Αιτιατική | πρόχειρους | πρόχειρες | πρόχειρα |
| Κλητική | πρόχειροι | πρόχειρες | πρόχειρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →