Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόχειρος

/ˈpɾo.çi.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει γίνει χωρίς μεγάλη προσοχή, με βιασύνη ή χωρίς τη χρήση των κατάλληλων υλικών ή μέσων Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουμε επεξεργαστεί όσο πρέπει, αλλά βρίσκεται σε μια πρωτόλεια ή πρώτη μορφή ή κατάσταση Βικιλεξικό
  3. που βρίσκεται εύκολα Βικιλεξικό
  4. προσωρινός Βικιλεξικό
  5. ανεπίσημος, καθημερινός Βικιλεξικό
  6. ουσιαστικοποιημένοτο πρόχειρο: τετράδιο ή μπλοκ για ποικίλες πρόχειρες σημειώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόχειρος < αρχαία ελληνική πρόχειρος < (πρό) πρό- + χείρ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόχειροςπρόχειρηπρόχειρο
Γενικήπρόχειρουπρόχειρηςπρόχειρου
Αιτιατικήπρόχειροπρόχειρηπρόχειρο
Κλητικήπρόχειρεπρόχειρηπρόχειρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόχειροιπρόχειρεςπρόχειρα
Γενικήπρόχειρωνπρόχειρωνπρόχειρων
Αιτιατικήπρόχειρουςπρόχειρεςπρόχειρα
Κλητικήπρόχειροιπρόχειρεςπρόχειρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →