Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προϋπάντηση

/pɾo.iˈpan.di.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϋπαντώ Βικιλεξικό
    • Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ ἀβγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Ετυμολογία

προϋπάντηση < μεσαιωνική ελληνική προϋπάντησις < ελληνιστική κοινή προϋπαντάω / προϋπαντῶ < αρχαία ελληνική ὑπαντάω / ὑπαντῶ < ὑπό + ἀντάω / ἀντῶ < ἀντί < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂énti < *h₂énts < *h₂ent- (μπροστά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροϋπάντησηπροϋπαντήσεις
Γενικήπροϋπάντησηςπροϋπαντήσεων
Αιτιατικήπροϋπάντησηπροϋπαντήσεις
Κλητικήπροϋπάντησηπροϋπαντήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →